ἐνδύσῃ

ἐνδύσῃ
ἐνδύσηι , ἔνδυσις
entry
fem dat sg (epic)
ἐνδύ̱σῃ , ἐνδύω
go into
aor part act fem dat sg (attic epic ionic)
ἐνδύ̱σῃ , ἐνδύω
go into
aor subj mid 2nd sg
ἐνδύ̱σῃ , ἐνδύω
go into
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ένδυση — η (AM ἔνδυσις) αμφίεση, ντύσιμο («ἐνδύσεως ἱματίων», ΚΔ) αρχ. μσν. ένδυμα, εξωτερική περιβολή αρχ. είσοδος, εισχώρηση («ὀδύνη δὲ ἀπό τῆς ἐνδύσεως τῆς λύπης κεκλημένη ἔοικεν», Πλάτ.) …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • облечи — ОБЛЕ|ЧИ2 (ЩИ) (61), КОУ, ЧЕТЬ гл. 1.Наделить одеждой когол., одеть когол. во чтол.: ˫Ако аште ѹбогааго облѣчеши. х҃са облѣчеши. Изб 1076, 94; таче по сихъ облечашети и въ мьнишьскѹю одежю. ЖФП XII, 37г; по се(м) съвѧжеть рѹцѣ ѥго кр(с)тмь и… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • облечисѧ — ОБЛЕ|ЧИСѦ (ЩИСѦ) (221), КОУСѦ, ЧЕТЬСѦ гл. 1. Одеться во чтол., надеть на себя какуюл. одежду: мати ѥго начать велѣти ѥмѹ облещисѧ въ ѡдежю свѣтьлѹ на слѹжениѥ. ЖФП XII, 30в; и ѡблѣкошасѧ въ черны ризы. и идоша страньствоватъ х(с)а ради. ЧудН XII …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ζωοτεχνία — Εφαρμοσμένη βιολογική επιστήμη, η οποία μελετά, κυρίως για οικονομικούς σκοπούς, την τεχνική της αναπαραγωγής και τις μεθόδους βελτίωσης της απόδοσης, της παραγωγικότητας, της εκτροφής και της ορθολογικής χρήσης των κατοικίδιων ζώων. Ανάλογα με… …   Dictionary of Greek

  • ντύσιμο — το 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ντύνω, ένδυση ή κάλυψη με ρούχα 2. επένδυση, επικάλυψη («ντύσιμο βιβλίου») 3. το σύνολο τών ενδυμάτων ή ο τρόπος με τον οποίο ντύνεται κανείς, περιβολή (α. «δεν προσέχει το ντύσιμό της» β. «τής αρέσει το… …   Dictionary of Greek

  • σακκοφορία — ἡ, Α [σακ(κ)οφόρος] η ένδυση με τρίχινο ράσο ως ένδειξη μετάνοιας ή ως ένδειξη ασκητικής ζωής …   Dictionary of Greek

  • στολή — η, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σπολά Α 1. ενδυμασία, ένδυμα, φορεσιά 2. (ειδικά) ομοιόμορφη ή διακριτική ενδυμασία που φοριέται με μια ορισμένη ευκαιρία ή από όσους ανήκουν σε μια τάξη, σε μια οργάνωση ή σε ένα επάγγελμα ή κατάγονται από ορισμένη περιοχή ή …   Dictionary of Greek

  • στολισμός — Καλλωπισμός, στόλισμα, χρήση κοσμημάτων και στολιδιών. Ο σ. του σώματος έχει τις ρίζες του στα πανάρχαια χρόνια. Οι άνθρωποι τότε συνήθιζαν v’ αλείφουν το σώμα τους με ώχρα, καρβουνόσκονη, ασβέστη, και φυτικά χρώματα, όπως κάνουν και τώρα όσες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”